Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2001

Άλογο

Μια ντουζίνα εποχές πρίν από τώρα,
τρείς κύκλους μακριά,
είχα ένα άλογο
δυνατό όπως η ψυχή ενός άνδρα
γρήγορο όπως η ιδιοσυγκρασία ενός άνδρα
τρομερό όπως η κρίση ενός άνδρα.

Συνήθως το ίππευα στη παραλία
και έπαιζα μαζί του όταν ήταν μικρό πουλάρι ακόμη
και όταν έφτασε στη ηλικίας την κάποια ωριμότητα
μαζί υπερπηδούσαμε τα ποικίλα εμπόδια
και συνεχίζαμε το ταξίδι μας προς τον ήλιο

Αλλά ότι η ζωή δίνει
πρέπει να το πάρει και πίσω
και το άλογό μου
δυνατό και άγριο
πανέμορφο και λαμπερό
το πήραν από εμένα
το έκλεψαν
οι μεγάλοι άρχοντες του Κάτω Κόσμου...

Έναρξη

Χαμηλόφωνα μίλησε,
με χαλαρές κινήσεις
και μέσα σ' αυτή την ησυχία
και σε αυτή τη μαλθακότητα
ατένισε, σταμάτησε

Ποιός θα με ακολυθήσει στους δρόμους του λάθους, του μαύρου, του σκοτεινού, του βασανιστηρίου;

Ένα φίδι με δάγκωσε τη περασμένη βδομάδα, δεν το σκότωσα
το άφησα να ρουφήξει όλο μου το αίμα και να το αντικαταστήσει με δηλητήριο.

Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να βρεί μια λογική αιτία για να αυτοκαταστραφεί.

Αναμένω μια καλή σοδειά από το αμπέλι μου φέτος...
Πολύ θάνατος και πόνος να υποφέρουμε...

Μακάριοι αυτοί που δε με γνώρισαν...



Και σταμάτησε να φωνάζει
και σταμάτησε να ατενίζει
Είδε ένα συντριβάνι και ένα δέντρο...

Παραδόθηκε στη λαγνεία της ξεκούρασης
και ικανοποίησε τη δίψα του...

Και πήγε για ύπνο...

Και στα όνειρά του...
είδε μια πόρτα...
και άνοιξε τη πόρτα...